Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σμυρναίικο πιπέρι...


 Ε λοιπόν, άκου μια και καλή για να μαθαίνεις....

Δεν ήμουνα όποια κι όποια εγώ στη Σμύρνη. Ήμουνα του Ταμπάκη η κόρη.
Η Ελένη Ταμπάκη με τ’ όνομα. Γαλλίδες δασκάλες, πιάνο, ωραία φορέματα φερμένα απ’ την Ευρώπη, προίκα με ουρά.
Ο παππούς σου, ήτανε όμορφος τον κοιτάζανε όλες. Δεν είχε λεφτά, μα ήτανε σπουδαγμένος. Έγραφε στις εφημερίδες και δίδασκε στο Ελληνογερμανικό Λύκειο. 
Τα ‘χε καλά και με τους πλούσιους και με τους μορφωμένους. 

Ο έρωτάς του για μένα ήτανε έρωτας τρελός. Τρελός. Με είδε στο γάμο μιας φίλης μου και έστειλε προξενιές. Όμως εγώ δεν ήθελα έτσι, δεν το φανταζόμουνα έτσι. Ήθελα κι εγώ να αγαπηθώ κρυφά, ν’ αποκτήσω μυστικά.
Είπα, «Δεν θέλω να παντρευτώ ακόμη…»
Και βούιξε η Σμύρνη.
Εγώ είπα Όχι! Κι εκείνος κατάλαβε Ναι!
Άρχισε το κυνήγι.

Δε μου μιλούσε, μόνο με κοίταζε στα μάτια. Όπου κι αν πήγαινα τον έβλεπα μπροστά μου. 
Πώς έκανε την καρδιά μου να φτερουγίζει; Με τριγύριζε συνέχεια, έβαζε να μου τραγουδάνε καντάδες, μου πέταγε λουλούδια κρυφά στην αυλή…
Μια φορά, έτσι όπως άκουγα να μου τραγουδάνε οι φίλοι του, τον είδα να πηγαίνει στο πλάι του μαντρότοιχου. Λέω, να δεις θα μου πετάξει πάλι λουλούδια. Εκείνος όμως πέταξε ένα σημείωμα τυλιγμένο σε πέτρα. Να με δει. Ζητούσε να με δει. Τι θράσος;

Άρχισα να τραγουδάω περιπαιχτικά:"Ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά, το παχνί δεν τ’ άρεσε κι ήθελε αρχοντιά…".
Όμως δεν πα να τον περιέπαιζα.... στο ραντεβού που μου ζητούσε πήγα.

Κανείς δε μου είχε προτείνει μέχρι τώρα να με δει κρυφά. 
Ήταν όμορφα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από αγωνία. Πήγα.
"Θα σε περιμένω στην πίσω πόρτα της παλιάς εκκλησίας της Βαγγελίστρας"…
Πήγα και τι να δω;

Ο άθλιος, ο μασκαράς, ο καταφερτζής, ο κατεργάρης ο παππούς σου, είχε δεμένο στα κάγκελα του αυλόγυρου της εκκλησίας - Θεέ μου συχώρα με κι εμένα κι αυτόν - το γάιδαρο του Αποστόλη του μανάβη μας. Ο γάιδαρος, με τη γραβάτα του παππού σου στο λαιμό του. Θεέ μου συχώραμε. Με έκανε και γέλασα με την καρδιά μου... ήταν έξυπνος. 

Όταν ένας άντρας αγαπήσει μια γυναίκα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα τον αγαπήσει κι αυτή…
Είπα το Ναι!

Μια βδομάδα κράτησε το γλέντι του γάμου μας. Ο Ταμπάκης δε λυπήθηκε κόπο και χρήμα. Ακόμη μιλάνε γι αυτό… Ταΐσαμε όλη τη Σμύρνη. Τούρκους, Ρωμιούς, Αρμεναίους… 
Τ’ αγόρια μας, ο Σωτήρης και ο Φώτης, φέρανε τις καλύτερες ορχήστρες για το γάμο της αδερφής τους. Μία με είχανε, ήτανε κι αυτοί χορευταράδες, το κάψανε… Πρωτομαγιά του 1919 έγινε η τελετή στην Αγία Φωτεινή.
Την άλλη μέρα στις 7.30΄το πρωί, μας ξύπνησαν οι φωνές του κόσμου.
Έξαλλοι πανηγυρισμοί, ζητωκραυγές…
- Έρχονται, έρχονται Παναγιά μου!
- Δόξα σοι ο Θεός!
- Ζήτω ο Βενιζέλος!
- Ζήτω η Ελλάς!
- Ένωση!
Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος με όλο τον κλήρο ευλογούσε τους ευζώνους που αποβιβάζονται από τα μεταγωγικά στο λιμάνι της Σμύρνης. Θεέ μου! Τι χαρά;
Τι γούρι για ένα νιόπαντρο ζευγάρι σαν κι εμάς;
Χτες παντρευτήκαμε σα Ρωμιοί και από σήμερα θα ζούσαμε σαν Έλληνες.

Είχα στην προίκα μου μια σημαία-δεν καταλάβαινα καλά καλά το πάθος όλων, του πατέρα μου, του Δημήτρη, των αγοριών μας-όμως την πήρα στα χέρια μου κι άρχισα να κλαίω, να κλαίω γλυκά ξαλαφρωτικά σαν εκείνη τη στιγμή να μ’ αγκάλιαζε η μάνα μου που ήτανε πεθαμένη εδώ και έντεκα χρόνια.

Μείναμε μόνοι, στο σπίτι που είχε φτιάξει ο παππούς ο Ασημάκης για προίκα μου. Ο παππούς σου, εγώ και μια ψυχοκόρη μας η Ευγενία, για να με βοηθάει στις δουλειές. 
Μου άρεσε που ήμουνα παντρεμένη. 
Μου άρεσε ο άντρας μου, το σπίτι μου, ο γάμος. 
Μου άρεσε να ξυπνάω το πρωί από τη μυρωδιά του τσιγάρου του. Μου άρεσε να με φιλάει στην πόρτα πριν φύγει για το σχολείο. 
Ήμουνα φτιαγμένη για όλα αυτά.

Θεέ μου, πώς γυαλίζανε τα μάτια του όταν με κοιτούσε; Έχανα τον κόσμο, ζαλιζόμουνα. Με κοίταζε και γινόμουνα όμορφη. Δεν ήμουνα όμορφη, όχι τουλάχιστον όπως θέλανε οι άνθρωποι τότε την όμορφη γυναίκα, μα γινόμουνα με το βλέμμα του. Έλαμπα.
Έρωτας τρελός. Τρία παιδιά, σε τρία χρόνια. Ο Στρατής, ο Θανάσης, η μάνα σου και ήμουνα έγκυος ξανά …

Γέλαγε μαζί μας ο μαχαλάς κι εγώ κρυφοκαμάρωνα. Και γκαστρωμένη που ήμουνα με κυνηγούσε να με στριμώξει. Άμα του έμπαινε στο μυαλό…

Η μάνα του κατηγορούσε τη μαγειρική μου. Έβαζα λέει πολύ πιπέρι στο φαΐ και τον άναβε.
Χα! Χα! Χα! Το πιπέρι τα έφταιγε όλα.



Ελένη Λιντζαροπούλου 

πρώτη γραφή 30/3/2009 

από τη συλλογή "κουβέντες με τη θεία"

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Από το ημερολόγιο μιας ξένης ή της Ξένης… όπως το πάρει κανείς.

Γράφει η Θεία μου η Helena Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σου γράψω δεν σου γράψω… ματαιότης. Εκείνος δεν σε διαβάζει. Τι ανοιχτό σε αφήνω… τι σκόπιμα σε ξεχνώ στο κομοδίνο του… μόνο σαΐτες τις σελίδες σου να τις πετάξω στο κεφάλι σου δεν έχω κάνει. Εκείνος σε αγνοεί και με αγνοεί. Κακό πράγμα η άγνοια. Βέβαια κακή και η ημιμάθεια… διότι κάποτε που όλο και κάτι συνέβαινε… εγώ τζίφος. Ο κύριος υπήρξε ημιμαθής πάντα. Ό,τι ήξερε για το επίμαχο θέμα το είχε μάθει από κάτι αγοραίες ιστορίες και από περιοδικά. Ε, με στραβό να κοιμηθείς… πόσο μάλλον άμα πληρώνεις για να … κοιμηθείς. Τώρα τελευταία η… άγνοια έχει χτυπήσει κόκκινο. Ο κύριος… δεν. Θα μου πεις βέβαια ότι θα έπρεπε να λέω και «Δόξα τω Θεώ»… που δεν με κουράζει πια... Οκ θα λέω αλλά… Δεν φτάνει που… δεν… δεν κάνει και τίποτε άλλο ρε ημερολόγιο. Τα νεύρα μου έχει σπάσει.
Πρόσφατα μάλιστα, άρχισε να κοιμάται και στον καναπέ. Ναι, ξέρω ξέρω… εσένα όλο το μυαλό σου πάει σε γκόμενες, μα όχι. Είμαι – σχεδόν– βέβαιη ότι δεν υπάρχει …

Οι βλαβερές συνέπειες του ψεύδους

Σιγά μην έχει βλαβερές συνέπειες το ψεύδος.

Ψέματα σου είπα για να τσιμπήσεις…

Εσένα η αλήθεια μπορεί να σε βλάψει.

Την αλήθεια πρέπει να αντιμετωπίσεις αν την δεις και την παραδεχτείς…

Γι αυτό σου λέω:

Πες ψέματα στον εαυτό σου.

Γράψε με ψευδώνυμα στο ιστολόγιό σου.

Προσπάθησε να πείσεις ότι είσαι κάτι άλλο από αυτό που πράγματι είσαι.

Προσπάθησε να απαξιώσεις όσους σε πήραν χαμπάρι, λέγοντας κι άλλα ψέματα και όλα καλά θα πάνε.

Εξάλλου, οι άλλοι γνωρίζουν το ψέμα σου. Την αλήθεια για τις πράξεις σου, την φτώχια της ψυχής σου, την υποκρισία σου, την εξάντληση του ταλέντου σου, τις ξέρεις μόνο εσύ.

Ε, δεν είναι πια και κανένα δράμα αυτό… ή είναι;


ΥΓ... έχεις πει πολλά καλά ψευδόμενος, θα μπορούσες και ν' αγαπηθείς αν τα έλεγες αλήθεια


Προκοπιάδα

Η γιαγιά μου έλεγε Προκόπη τον ανεπρόκοπο
Ναι, ναι, ναι… Η γιαγιά μου, θεοσχωρέστην, έλεγε Προκόπη τον ανεπρόκοπο. Ούτε να αναφέρει το όνομά του δεν ήθελε. «Ο Προκόπης» και «ο Προκομμένος» έλεγε, που πάει να πει ότι τα δύο αυτά ονόματα ήταν συνώνυμα στον νου της με την αχρηστία και τα χρησιμοποιούσε κατ’ ευφημισμόν. Και τους πολιτικούς και τα δημόσια πρόσωπα και τις τηλεπερσόνες, όλους Προκόπιδες τους έλεγε. Μόνο η Μαλβίνα της άρεσε. Καθόταν και την παρακολουθούσε πιστά. Την απολάμβανε.
Αχ, τις νοσταλγώ και τις δύο, και την Μαλβίνα και την γιαγιά μου. Τι θα του είχαν σούρει του Προκόπη τώρα… Μα κι αυτός ένα πράγμα ωμό, άβουλο, που αναδύει κάτι πεθαμένο. Σαν σκοτωμένο αρσενικό, σαν μπάμια σαλιασμένη. Χάλια. Είναι μαρή τέτοιος τύπος για Πρόεδρος; Θα έλεγε η γιαγιά μου. Για να μην σου πω τι θα έλεγε η Μαλβίνα. Αυτός θα δέχεται επισκέψεις από ξένες αντιπροσωπείες και θα μένει για ώρες μαρμαρωμένος από το σοκ. Είναι ιδιοσυγκρασιακό το θέμα, δεν είναι άποψη. Θα μου πεις ο αγκαλίτσας ή…